κερδήσει

κερδήσει
κερδαίνω
gain
aor subj act 3rd sg (epic)
κερδαίνω
gain
fut ind mid 2nd sg
κερδαίνω
gain
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ριζικό — το / ῥιζικόν, ΝΜ πεπρωμένο, μοίρα, τύχη (α. «ανάθεμα το ριζικό, ανάθεμα την ώρα», Ερωτόκρ. β. «καὶ εἰ μὲν ἔλθῃ ῥιζικὸν τὸν πόλεμον κερδῄσει», Χρον. Μορ.) νεοελλ. 1. μαθ. σύμβολο που υποδεικνύει την εξαγωγή ρίζας, το οποίο για την τετραγωνική ρίζα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”